49ο ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΧΙΚΗΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

 

Πρόλογος - Ενδυμασία στην Αρχαία Ελλάδα -  Ενδυμασία στην Βυζαντινή εποχή - Ενδυμασία στην Τουρκοκρατία - Ενδυμασία στην Νεότερη Ελλάδα και επιδράσεις από την Ευρώπη - Εργασίες Μαθητών - Βιβλιογραφία

 

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

 

   Οι πρώτοι άνθρωποι κάλυπταν το σώμα τους με φλοιούς δένδρων και δέρματα ζώων.   Τα ενδύματα πρωτοχρησιμοποιούνται  στη νεολιθική εποχή με την ανακάλυψη του αργαλειού, εξυπηρετώντας έναν πρακτικό σκοπό, να προστατεύσουν το  ανθρώπινο σώμα από τις καιρικές συνθήκες. 

  Σύμφωνα με τους προϊστοριολόγους ο άνθρωπος πρωτοφόρεσε ρούχα για λόγους τελετουργικούς και μόνο.  Αποσκοπούσαν στην άσκηση επιρροής υπέρ των φιλικών και κατά των εχθρικών στοιχείων.  Σε δεύτερο στάδιο, τα δέρματα και τα φυτά που χρησιμοποιήθηκαν σαν ρούχα είχαν σχέση με την προσπάθεια εντυπωσιασμού του ετερόφυλου.  Μόλις σε τρίτο στάδιο ανακάλυψε ότι τα «μαγικά» ή τα «ερωτικά» με τα οποία κάλυπτε το σώμα του μπορούσαν να τον προστατέψουν και από τις κλιματικές συνθήκες. Και αυτό γιατί υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις που μας πείθουν ότι η ένδυση δεν χρησιμοποιήθηκε για προφύλαξη.

  Οι προϊστορικοί άνθρωποι αγνοούσαν κάθε είδους ένδυμα παρ’ ότι το κλίμα στην περιοχή αυτή είναι εξαιρετικά ψυχρό.  Από εικόνες σε σπήλαια οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι, παρά τη δριμύτητα του κλίματος, οι άνθρωποι των χρόνων εκείνων κυκλοφορούσαν γυμνοί, ενώ ελάχιστα ρούχα τους τα χρησιμοποιούσαν για σκοπούς τελετουργικούς.

 

Προϊστορικός άνδρας και αγόρι

 

  Με το ένδυμα το δέρμα των ανθρώπων αυτών έχασε τη μοναδική εκείνη προσαρμοστικότητά του στο εξωτερικό περιβάλλον, αφού ο φυσικός «θερμοστάτης» του σώματος που διατηρεί την εσωτερική θερμοκρασία του πάντοτε ίδια, αρχίζει σιγά-σιγά να απορυθμίζεται και να χρειάζεται τεχνητά μέσα για την συμπλήρωση της λειτουργίας του.  Έτσι οι άνθρωποι σήμερα «πεθαίνουν από το κρύο», όπως δεν είχε συμβεί στην εποχή των παγετώνων, ή από τη ζέστη, όπως δεν είχε συμβεί στα καυτερά τροπικά κλίματα με τους γυμνούς ιθαγενείς.

  Άλλοι εθνολόγοι υποστήριξαν ότι, αφετηρία για τη χρησιμοποίηση του ενδύματος ήταν το αίσθημα της ντροπής που προέρχεται από τις ηθικές αντιλήψεις.  Και αυτή όμως η άποψη δεν φαίνεται να είναι η πραγματική αιτία που οδήγησε τον άνθρωπο να καλύψει το σώμα του.  Η αντίληψη  αυτή είναι δευτερογενής.  Από την άλλη μεριά, η χρησιμοποίηση της ενδυμασίας για το λόγο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα και ορισμένες αναστολές για τον άνθρωπο.  Υπάρχουν ωστόσο και αυτοί που υποστήριξαν ότι ο άνθρωπος στόλισε του σώμα του με ένδυμα για να ικανοποιήσει κατά βάση τη φιλαρέσκειά του.

  Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι τα αίτια που οδήγησαν τον άνθρωπο να καλύψει ή να στολίσει το σώμα του σχετίζονται με διάφορες δεισιδαιμονίες και μαγικές αντιλήψεις για την κάλυψη του σώματος και ιδιαίτερα μερικών μερών από τη βασκανία και τα κακοποιά πνεύματα.  Διάφοροι στολισμοί χρησιμοποιήθηκαν ως αντιβασκανία από τους ανθρώπους σ’ όλες τις εποχές και από όλους τους λαούς.  Ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούνται τέτοιοι στολισμοί, όπως η μπλε χάντρα, το μπλε μάτι, κ.τ.λ.

  Οι ερευνητές μπορούν απλά να υποθέσουν ότι η φύση, με τις λεπτοπλεγμένες ίνες των φυτών της, με τα δίχτυα της αράχνης ή με την τελειότητα της φωλιάς του πουλιού, πρόσφερε στους ανθρώπους τα καλύτερα δυνατά υποδείγματα για να ξεκινήσουν την τέχνη της υφαντικής. Οι φλοιοί και τα φύλλα των δέντρων χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτες ύλες.

Η συμβολική γλώσσα του ενδύματος

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1151

Η θεά των όφεων

 

  Οι παραστάσεις μαρτυρούν ότι το ένδυμα αποτελούσε σύμβολο εξουσίας και δύναμης του ανθρώπου που το φορούσε απέναντι των άλλων ανθρώπων.  Πάντοτε άρεσε στον άνθρωπο να αλλάζει μορφή για να επιβάλλεται στους άλλους μέσα από την αληθινή μετενσάρκωση που του έδινε το ένδυμα.

   Στις αρχαίες κοινωνίες, στους λαούς τους πρωτόγονους, όχι μόνο το επίσημο φόρεμα αλλά και το καθημερινό λογαριάζεται πολύ.  Πιστεύεται ότι είναι μέρος του ανθρώπου που το φορεί, συνέχεια, απόληξή του, ότι μετέχει στην ουσία του, έχει εμποτιστεί απ’ αυτήν.  

  Συμβολισμός δεν υπάρχει σε όλα τα στοιχεία της ενδυμασίας.  Το χρώμα όμως σαν συμβολικό στοιχείο κυριαρχεί σ’ όλους τους λαούς και σε όλες τις εποχές.  Και τα διάφορα μέρη της ενδυμασίας κατά καιρούς είχαν αποτρεπτικό χαρακτήρα από τα μαγικά πνεύματα, όπως η ζώνη, το μαντήλι, τα διάφορα φυλακτά, το δακτυλίδι. Μέσα λοιπόν από την ενδυμασία ο άνθρωπος βρίσκει τρόπους να εκφράζεται και να επικοινωνεί είτε άμεσα, είτε έμμεσα ή συμβολικά.

Α) Μινωική ένδυση – Μυκηναϊκή ένδυση

   Πώς ντύνονταν και καλλωπίζονταν οι Μινωίτες; Υπήρχε μόδα στη μινωική Κρήτη; Μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον πρώτο ευρωπαϊκό πολιτισμό, το μινωικό, μέσα από όσα γνωρίζουμε για την ενδυμασία και τον καλλωπισμό της εποχής ;

  Ο θαυμαστός πολιτισμός των μινωικών χρόνων (3000 περ.-1050 περ. π.Χ.), ο πρώτος πολιτισμός επί ευρωπαϊκού εδάφους, αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις λαμπρότερες σελίδες της ιστορικής πορείας της Κρήτης. Έξοχος σε κάθε τομέα, διέγραψε τη φυσική πορεία του κατά τη διάρκεια δύο σχεδόν χιλιετιών. Η μεγαλύτερη ακμή του εντοπίζεται ανάμεσα στο 2000 και το 1400 π.Χ., εποχή της μινωικής θαλασσοκρατορίας, που έδωσε μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου, ιδιαίτερα υψηλού στους χώρους των ανακτόρων. Στην τελευταία περίοδο της μινωικής εποχής η Κρήτη κυριεύτηκε από τους Αχαιούς, και όπως είναι φυσικό οι αλληλεπιδράσεις ήταν έντονες. Η εξαιρετικά σημαντική άλλωστε γεωγραφική θέση που κατείχε το νησί, στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, των μόνων γνωστών του αρχαίου κόσμου, δικαιολογεί απόλυτα το ρόλο της στη διαμόρφωση της πορείας του πολιτισμού σε όλες του τις εκφάνσεις. Όλα τα παραπάνω ιστορικά στοιχεία γίνονται έμμεσα εμφανή από την εικόνα των Μινωιτών.

 

Ο πρίγκιπας με τα κρίνα (μινωίτης με επίσημη ενδυμασία)

   Τις πληροφορίες για την ένδυση και τον καλλωπισμό των Μινωιτών αντλούμε από τα έργα τέχνης, που ήρθαν στο φως κατά τις ανασκαφικές έρευνες και συγκεκριμένα: από τις τοιχογραφίες σημαντικών κτιρίων, κυρίως των ανακτόρων. Οι παραστάσεις νεαρών κυρίως ανδρικών και γυναικείων μορφών με τα ανεξίτηλα και φωτεινά τους χρώματα στις τοιχογραφίες δεν αφήνουν αμφιβολία για την ξένοιαστη και πολυτελή ζωή των ευγενών της μινωικής Κρήτης. Πέρα από τις καλλιτεχνικές συμβάσεις που είναι σαφείς και έντονες, αναδεικνύονται λεπτομέρειες της εμφάνισης που αποδεικνύονται και με την εύρεση πραγματικών αντικειμένων.

  Ιδιαίτερα σημαντικά είναι και τα ειδώλια, κυρίως αυτά που προέρχονται από μεσομινωικά (2000-1600) ιερά κορυφής της ανατολικής Κρήτης, αλλά και οι σφραγιδόλιθοι, τα κοσμήματα και τα αντικείμενα, που σχετίζονταν με την περιποίηση και τον καλλωπισμό του σώματος, δημιουργώντας καλλιτεχνήματα και αντικείμενα που μοιάζουν εξαιρετικά με μινωικά.

  Από την άλλη πλευρά και οι μινωίτες δέχτηκαν επιρροές από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα. Συνεπώς αντλούνται στοιχεία για τον μινωικό πολιτισμό και από τη μελέτη ευρημάτων της υπόλοιπης Ελλάδας.

  Λίγα γραπτά κείμενα, αν και λογιστικού χαρακτήρα, δηλ. απογραφές, κατάλογοι προϊόντων κλπ., που προέρχονται από την Κρήτη, αλλά κυρίως από την ηπειρωτική Ελλάδα σε Γραμμική Β γραφή, προσφέρουν στοιχεία κυρίως για την παραγωγή υφασμάτων και αρωμάτων. Ελάχιστα αλλά χαρακτηριστικά είναι τα αντίστοιχα κείμενα άλλων σύγχρονων λαών, όπως των Αιγυπτίων, με τους οποίους διατηρούσαν οι Μινωίτες στενές επαφές. Μεταγενέστερα κείμενα, όπως τα ομηρικά έπη και γενικά τα λογοτεχνικά -και όχι μόνο- έργα των αρχαίων Ελλήνων, συχνά διασώζουν και αντικατοπτρίζουν παλαιότερες συνήθειες, κάποιες από τις οποίες επιβίωσαν και στους ιστορικούς χρόνους.

  Το ένδυμα αποτέλεσε σε όλες τις εποχές ένα είδος ταυτότητας για τους ανθρώπους που το φορούσαν. Φανερώνει την ηλικία, την απασχόληση, την ιδεολογία την κοινωνική τάξη, σηματοδοτεί επομένως τη θέση του ατόμου στην κοινωνία του. Ακόμη και την ελευθερία από τη σκλαβιά σηματοδοτεί. Κάποτε βέβαια το ρούχο μπορεί και να διαλύσει την ατομικότητα μέσα σε μία λειτουργική ανωνυμία, όπως στους στρατιώτες ή στους συμμετέχοντες σε μια γιορτή, οπότε οι άνθρωποι της ομάδας φέρουν στολές. Άλλοτε τέλος προβάλλει την ανισότητα. Οι άρχοντες, εν γένει οι δυνατοί μέσω της όψης επιβλήθηκαν σε όλες τις εποχές.

Άνδρες

   Στην καθημερινή τους ζωή αλλά και στη δημόσια οι άνδρες φορούσαν το λεγόμενο «ζώμα», που έμοιαζε με κοντή φούστα ή ποδιά σφιγμένη στη μέση.

Το ζώμα είχε ποικίλους τύπους. Ο απλούστερος ήταν μια ζώνη και μια ορθογώνια ταινία που ξεκινούσε από τη μέση, περνούσε ανάμεσα στους μηρούς και κατέληγε πάλι σ’ αυτήν. Ο πιο περίτεχνος κάλυπτε την περιοχή από τη μέση μέχρι το άνω τμήμα των μηρών σε διάφορα σχήματα και μήκη.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1111

Μινωίτες με ζώματα

 Την ανδρική ενδυμασία χαρακτηρίζουν οι σφικτές υφασμάτινες,  δερμάτινες, ίσως και μεταλλικές ζώνες. Πάντως η πολύ λεπτή μέση, που εμφανίζεται στις απεικονίσεις Μινωιτών μάλλον αποτελεί καλλιτεχνική σύμβαση και δεν ανταποκρίνεται απολύτως στην πραγματικότητα. Οι ζώνες ήταν συχνά πλούσια διακοσμημένες και συχνά στα άκρα τους έφεραν κρόσσια ή χάντρες. Σ’ αυτές στήριζαν οι άνδρες το εγχειρίδιο, μικρό σπαθί ή μαχαίρι, κάτι που συναντάται στην προ λίγων χρόνων κρητική ενδυμασία. Στην καθημερινή τους ζωή και το κυνήγι προτιμούσαν το απλό ζώμα, που άφηνε ελεύθερα τα πόδια, ενώ σε επίσημες περιστάσεις επιμελούνταν ιδιαίτερα την εμφάνισή τους: το ζώμα ήταν εντυπωσιακά διακοσμημένο με πλούσια σχέδια και συμπληρωνόταν με κοσμήματα.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb140  ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1121

Μινωίτης με τελετουργική ενδυμασία (ο γνωστός ρυτοφόρος), Διάφοροι τύποι ζώματος

 

  Μακρύ ένδυμα έφεραν κάποιες φορές κατά τη διάρκεια τελετουργιών, κυρίως αν ήταν μουσικοί ή άρχοντες.

Γυναίκες

  Εντυπωσιακά ήταν τα ενδύματα και εν γένει η εμφάνιση των γυναικών της Μινωικής εποχής,  αλλά και η ίδια η θέση τους στην κοινωνία, που θεωρείται ότι ήταν ισότιμη με του άνδρα. Νεαρές κοπέλες συμμετείχαν για παράδειγμα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο αγώνισμα, τα ταυροκαθάψια  ντυμένες σαν άνδρες, δηλαδή μόνο με ζώμα. Ακόμη σχεδόν αποκλειστικά ελάμβαναν την εξέχουσα θέση της ιέρειας των μεγάλων θεαινών της μινωικής Κρήτης. Οι περισσότερες απεικονίσεις γυναικών αφορούν τη συμμετοχή τους σε τελετουργίες είτε ως άμεσα εμπλεκόμενα με αυτές πρόσωπα, είτε ως θεατές.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1181

Οι Μινωίτισσες διακρίνονταν για το κομψό ντύσιμό τους

 

  Χαρακτηριστικά της μινωικής γυναικείας ενδυμασίας είναι το στενό κοντομάνικο -με στενά ή φουσκωτά μανίκια- πουκάμισο ή περικόρμιο, που άφηνε ακάλυπτο το στήθος ή ήταν διαφανές και συγκρατιόταν στο σώμα συχνά με κορδόνια στο ανώτερο μέρος του σώματος, οι μακριές και φαρδιές φούστες με πιέτες και φραμπαλάδες, η κωδωνόσχημη ποδιά με βολάν, που φοριόταν συχνά πάνω από τη φούστα και η σφικτή ζώνη, φουσκωτή ή επίπεδη, που τόνιζε τη μέση. Τα στοιχεία αυτά γίνονται φανερά όχι μόνο από τις τοιχογραφίες, αλλά και από τα απλούστερα πήλινα ειδώλια. Ενδιαφέρων είναι και ο ψηλός γωνιώδης γιακάς, που εμφανίζεται σε μερικά απ’αυτά. Τα ενδύματα κοσμούνταν με επίρραπτες ταινίες στα τελειώματα, φιόγκους, λεπτότατα πέπλα και κοσμήματα από μέταλλο, πέτρα ή κόκαλο, που ράβονταν πάνω τους.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1241

Γυναικείο μινωικό ένδυμα

 

   Σε μερικές απεικονίσεις γυναικείων μορφών συναντάται ένα μακρύ φόρεμα χωρίς ζώνη, που όμως διαγράφει το σώμα. Στη λεγόμενη «σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας» (του 1400 π. Χ.) εικονίζονται γυναίκες και άνδρες με τέτοια ενδύματα κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής τελετουργίας με εσχατολογικό περιεχόμενο.

  Μπορούμε άραγε να μιλήσουμε και για μόδα σε αυτές τις μακρινές εποχές; Σε χώρους όπως την άπω Ανατολή, οι άκαμπτες κοινωνικές τάξεις και αξίες των κοινωνιών δεν επέτρεψαν τη μόδα, όπως τη θεωρούμε σήμερα, δηλ. μια πιο εύθυμη, ελαφριά αποποίηση προηγούμενων εκφράσεων. Όσον αφορά την προϊστορική Κρήτη, όσο δύσκολο κι αν είναι να μεταθέσουμε ένα σύνθετο φαινόμενο, όπως είναι η μόδα σε τόσο πρώιμη εποχή, τείνουμε να πιστέψουμε ότι υφίσταται μια διαφοροποίηση στην ένδυση, που σχετίζεται τόσο με την ευμάρεια, όσο και με την κάποια αυτονομία. Έτσι το ένδυμα δεν τυλίγει απλά το σώμα, αλλά ράβεται και μάλιστα τμηματικά για ένα συγκεκριμένο σώμα, τα ρούχα δηλαδή εξατομικεύονται.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1161

Μόδα στη μινωική Κρήτη

 

  Έχουν ακόμη διαπιστωθεί μικρές διαφοροποιήσεις στο ένδυμα στις διάφορες χρονικές φάσεις της μινωικής εποχής. Στην αρχή προτιμώνται για παράδειγμα ενδύματα με λιγότερη διακόσμηση, ενώ στην όψιμη φάση υπάρχει κάποια επιρροή από το μυκηναϊκό ένδυμα. Είναι επίσης βέβαιο ότι η μινωική μόδα στην ένδυση και στην κόμμωση δεν άφησε ασυγκίνητες τις Μυκηναίες που εντρυφούσαν στα ανάκτορα, καθώς και τις γυναίκες της Θήρας, οι οποίες φαίνεται να μιμήθηκαν πάρα πολλά στοιχεία της ένδυσης των κρητικών.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1211

 

Τα κρητικά ενδύματα κατασκευάζονταν από μαλλί, λινάρι και κατεργασμένο δέρμα. Το μαλλί ήταν το συνηθέστερο υλικό για την κατασκευή της ενδυμασίας, υπήρξε μάλιστα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της Κρήτης, ενώ η υφαντουργία ήταν από τις κύριες βιοτεχνίες της μινωικής εποχής. Αυτό γίνεται φανερό από τις πινακίδες της Γραμμικής Β, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν καταλόγους με κοπάδια προβάτων που πιθανότατα ελέγχονταν από το ανάκτορο και την ποσότητα μαλλιού που αντιστοιχούσε σ’ αυτά, καθώς και από τους καταλόγους ονομάτων πεντακοσίων και πλέον γυναικών και πολλών νεαρών αγοριών και κοριτσιών που αντίστοιχα δίδασκαν και διδάσκονταν την υφαντική τέχνη. Το ίδιο το ρήμα μάλιστα «διδάσκω» εμφανίζεται στα γραπτά κείμενα για πρώτη φορά ακριβώς για τη διδασκαλία της υφαντικής τέχνης. Είναι λοιπόν εμφανές ότι η κεντρική εξουσία συγκέντρωνε το μαλλί και το διένειμε για επεξεργασία. Γενικά ενδιαφερόταν από τη μια πλευρά για την αύξηση της παραγωγής και από την άλλη για την ποιότητά της, διότι προφανώς τα υφαντά θα ήταν εξαγώγιμο είδος, γι’ αυτό φρόντιζε τόσο πολύ για την εκπαίδευση, και ακόμη περισσότερο για την εξειδίκευση τόσο πολλών ανθρώπων σε εργασίες επεξεργασίας του μαλλιού.

Υπόδηση

  Οι Μινωίτες εμφανίζονται σε άλλες παραστάσεις ξυπόλητοι, σε άλλες με σανδάλια, που προσαρμόζονταν στο πόδι με σχετικά ψηλές ταινίες και σπανιότερα με μπότες. Η ίδια η λέξη «σάνδαλον» είναι προελληνικής προέλευσης, πιστεύεται μάλιστα μινωικής.

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1251

 

  Μπότες φορούσαν συνήθως οι συμμετέχοντες σε αγώνες, οι κυνηγοί και οι στρατιώτες και συγκρατούνταν στο πόδι με ταινία που περνούσε από ανοίγματα.

  Από αρχαία κείμενα της Βόρειας Αφρικής βγαίνει το συμπέρασμα ότι Κρήτες έμποροι, που είχαν και αντιπροσώπους στην περιοχή, εξήγαγαν υποδήματα, που θα ήταν προφανώς πολύ καλής ποιότητας.

Κοσμήματα

  Τα κοσμήματα κατασκευάζονταν από ένα πλήθος υλικών: από χρυσάφι εισηγμένο από την Ασία ή την Αφρική, από άλλους πολύτιμους ή ημιπολύτιμους λίθους, όπως άργυρο, αχάτη, αμέθυστο, ορεία κρύσταλλο, ήλεκτρο, lapis lazuli κ.α., οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν επίσης εισηγμένοι, από οστό ιπποποτάμου η ελέφαντα. Οι σταγονόσχημες, αμυγδαλωτές ή σφαιρικές χάντρες («ψήφοι») κατασκευάζονταν από τα παραπάνω υλικά αλλά και από φαγεντιανή και μια γαλάζια υαλόμαζα, που ως φθηνότερο υλικό μπορούσαν να υποκαταστήσουν το χρυσό, κυρίως μετά το 13ο αι. π.Χ.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb132

 

   Τα μινωικά κοσμήματα προκαλούν ακόμα και σήμερα το θαυμασμό.

   Οι Κρήτες έμποροι ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο για να προμηθευτούν χρυσό, χαλκό, ελεφαντόδοντο και ως αντάλλαγμα προσέφεραν λάδι, κρασί, αρωματικά έλαια. Τα ανακτορικά εργαστήρια επεξεργάζονταν με εξαιρετική προσοχή τα υλικά αυτά, δημιουργώντας έργα τέχνης αξεπέραστα από πλευράς ποιότητας και τεχνικής.

  Κοσμήματα, όπως σκουλαρίκια («ενώτια»), βραχιόλια (ψέλλια), δαχτυλίδια, περιδέραια (από «περίαπτα», δηλ. κοσμήματα που κρέμονταν στο λαιμό με αλυσίδα, συχνά ως φυλακτό και χάντρες), περόνες, «σφηκωτήρες», ελάσματα και μικρά οστέινα χτένια (κοσμήματα κεφαλής και ενδυμάτων), φαίνεται να ήταν αναγκαία για τη συμπλήρωση της εμφάνισης ανδρών και γυναικών σε κάθε επίσημη εκδήλωση.

 

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb135

Το περίφημο δαχτυλίδι του Μίνωα

 

  Οι καλλιτέχνες εμπνέονταν τα σχέδια από φυτά, ζώα της θάλασσας και της ξηράς, θρησκευτικά σύμβολα. Τα αγαπημένα διακοσμητικά θέματα ήταν κεφάλι ταύρου («βουκράνιο»), λέοντες, αίγαγροι, έντομα, μικρά φυτά, άνθη ή καρποί, αλλά και παραστάσεις με σκηνές θρησκευτικού χαρακτήρα. Όλα αυτά αντιπροσωπεύονται με αριστουργηματικό τρόπο στην κοσμηματική χρυσοχοία.

  Κυρίαρχη ήταν εξάλλου η σφραγιστική μικρογλυπτική που απέδωσε τεράστιο αριθμό παραστάσεων. Ζώα αλλά και ανθρώπινες ή θεϊκές μορφές εικονίζονται συχνά πάνω στις σφραγίδες που εμφανίζονται ήδη από το 2500 π.Χ. και αποτελούσαν τους προσωπικούς τύπους των αξιωματούχων κατόχων τους, ενός είδους ταυτότητας και έτσι εξασφαλιζόταν το απαραβίαστο των αντικειμένων που σφράγιζαν. Μια ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούσαν τα μετάλλινα σφραγιστικά δακτυλίδια,  συνήθως χρυσά, των οποίων οι στεφάνες αποτελούσαν το χώρο για ανθρώπινες μορφές και πολυπρόσωπες παραστάσεις.

  Τα υφάσματα και τα ενδύματα της Μυκηναϊκής εποχής είναι φανερά επηρεασμένα από την υφαντική και την ενδυμασία της μινωικής Κρήτης.  Το ένδυμα των Μυκηναίων όμως εμφανίζεται γενικά πιο απλό και συντηρητικό από το μινωικό. Τα γυναικεία μυκηναϊκά ενδύματα ήταν σχεδόν πανομοιότυπα με τα μινωικά, όπως απεικονίζονται σε παραστάσεις γυναικών στις μυκηναϊκές τοιχογραφίες.  Συνδύαζαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το ανοιχτό περικόρμιο με τις διακοσμητικές τρέσες, τη μακριά φούστα και την ποδιά.
  Παράλληλα, ο άνετος μακρύς χιτώνας των πήλινων ειδωλίων υποδηλώνει μια σύγχρονη αλλά εντελώς διαφορετική ενδυματολογική παράδοση.

 

Μυκηναϊκή τοιχογραφία από το Μουσείο της Θήβας

Β) Αρχαίοι Έλληνες

  Τα αρχαία υφάσματα προέκυπταν από τις βασικές πρώτες ύλες, ζωικές, φυτικές ή και μεταλλικές, με κυριότερες το μαλλί, το λινάρι και το μετάξι. Για την ύφανση των πρώτων αυτών υλών χρησιμοποιούνταν ο κάθετος αργαλειός με βάρη. Τα υφάσματα που προέκυπταν, ανάλογα με το είδος του ενδύματος για το οποίο προορίζονταν, ράβονταν με ραφίδες ή βελόνες, χάλκινες, σιδερένιες ή οστέινες. Σε αντίθεση με τη μινωική και τη μυκηναϊκή εποχή κατά τη διάρκεια των οποίων για την παραγωγή των ρούχων απαιτούνταν ειδικό ράψιμο και κόψιμο, από την αρχαϊκή εποχή και εξής τα ενδύματα είχαν ως βάση τους ένα ύφασμα σε ορθογώνιο σχήμα, έτσι όπως αυτό έβγαινε από τον αργαλειό ή άλλοτε περισσότερα κομμάτια ραμμένα μαζί.

  Οι βασικοί τύποι των ελληνικών ενδυμάτων παρέμειναν ίδιοι για πάρα πολλούς αιώνες. Λόγω της απλής βασικής τους μορφής μπορούσαν να διαφοροποιηθούν εύκολα ως προς το διάκοσμο ή τον τρόπο που ήταν διπλωμένα ή ζωσμένα ανάλογα με τη μόδα της εποχής.

 

Πεπλοφόρος κόρη

 

  Η ένδυση στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελούνταν κυρίως από τον χιτώνα, τον πέπλο, το ιμάτιο ή μανδύα και την χλαμύδα.

  Αν και δεν έχει διατηρηθεί κάποιο ρούχο μέχρι τις μέρες μας, αντλούμε πληροφορίες από άλλα ευρήματα όπως αγάλματα, αγγεία και άλλες καλλιτεχνικές απεικονίσεις.  Τα ρούχα ήταν, σχεδόν αποκλειστικά, χειροποίητα φτιαγμένα στο σπίτι και χρησιμοποιούνταν και ως κλινοσκεπάσματα ή στρωσίδια. Παρά την γενική αντίληψη ότι τα ρούχα ήταν όλα λευκά, στην πραγματικότητα, σύμφωνα με ίχνη χρωμάτων σε αγάλματα και από συμπεράσματα βάσει αγγείων, τα υφάσματα που φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αρκετά έντονα χρώματα και τα ρούχα ήταν περίτεχνα διακοσμημένα.

  Άνδρες και γυναίκες φορούσαν ένα εσωτερικό ρούχο, είτε τον πέπλο είτε τον χιτώνα, και ένα εξωτερικό, το ιμάτιο.

  Ο  πέπλος ήταν από πιο βαρύ ύφασμα, μάλλινος συνήθως ενώ ο χιτώνας ήταν ελαφρύτερος, από λινό ύφασμα.

  Εφάρμοζαν στο σώμα με την βοήθεια πόρπης ή/και ζώνης.

  Αν τραβούσε κανείς τον πέπλο προς τα πάνω κάτω από την ζώνη, το άνω μέρος φαινόταν σαν ξεχωριστή μπλούζα και αυτό λεγόταν κόλπος.

 

endyma%20i        

 

   Ο πέπλος ήταν ένα μάλλινο ένδυμα που φορούσαν οι γυναίκες και αποτελούσαν από ένα ορθογώνιο ύφασμα που δεν χρειαζόταν να ραφτεί. Συνήθως αυτό το ύφασμα το δίπλωναν στο ένα τρίτο του ύψους του μία φορά προς τα έξω με αποτέλεσμα να σχηματιστεί ένας υφασμάτινος όγκος που ονομάζεται απόπτυγμα και πέφτει προς τα έξω στην πλάτη και το στήθος. Το ύφασμα έχει και μία κλειστή πλευρά όπου βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του σώματος. Την επάνω παρυφή του υφάσματος την καρφιτσώνανε με πόρπες και περόνες, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα άνοιγμα στο λαιμό και στο δεξιό βραχίονα. Ακόμα είχε δύο παρυφές κάτω και τέσσερις επάνω στο ύψος του αποπτύγματος με αποτέλεσμα να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως κάλυμμα για το κεφάλι. Τέλος ο πέπλος μπορούσε να φορεθεί πάνω από τον χιτώνα.

  Ο χιτώνας ή χλαίνα ήταν αρχαίο ελληνικό ένδυμα.  Διακρίνουμε τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό. Ο δωρικός   χιτώνας, κοινώς «χλαίνη» ήταν κυρίως ανδρικό ένδυμα.  Ήταν υφασμένος από μαλλί.  Τον φορούσαν στον αριστερό ώμο, ενώ κούμπωνε επάνω από το δεξί ώμο με παραμάνα αφήνοντας το δεξί μέρος του σώματος γυμνό.

  Ο ιωνικός χιτώνας ήταν μακρύτερος από τον δωρικό και ήταν υφασμένος από λινάρι που φοριόταν από άνδρες και από γυναίκες. Ήταν μακρόστενο πανί με άνοιγμα για το κεφάλι.  Έπεφτε και στους δύο ώμους προς τα κάτω και κουμπωνόταν δεξιά και αριστερά.

  Στους ομηρικούς χρόνους, ο χιτώνας ήταν κυρίως ανδρική μόδα, ενώ οι γυναίκες ντύνονταν με τον πέπλο.  Ο δωρικός χιτώνας έγινε και πάλι δημοφιλής κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο.  Οι ελεύθεροι άνδρες τον ντύνονταν σε όλο το σώμα, ενώ οι σκλάβοι και οι απλοί εργάτες τον ντύνονταν «εξωμίς», αφήνοντας δηλαδή το δεξιό μπράτσο γυμνό για να μην εμποδίζει την εργασία. Ο χιτώνας των εργατών, των αγροτών και των πολεμιστών ήταν πάντα κοντός ενώ αντιθέτως, οι ιερείς και οι ηνίοχοι φορούσαν μακρύ χιτώνα, ο οποίος ονομαζόταν «ποδήρης». Κατά την αρχαϊκή περίοδο ξεκίνησε η χρήση του χιτώνα και από τις γυναίκες.

 

350px-Doric_Chiton

Κούμπωμα χιτώνα δωρικού ρυθμού με ζώνη

 

  Εκτός από τον απλό χιτώνα υπήρχε και μακρύτερος, ο λεγόμενος διπλός, ο οποίος είχε διπλό μήκος. Την ημέρα ντύνονταν διπλωμένος, ενώ τη νύχτα χρησίμευε ως σκέπασμα στον ύπνο.  Ο μακρύς γυναικείος χιτώνας, που ήταν μακρύτερος από τον ανδρικό έδενε με ζώνη και σχημάτιζε δίπλωμα, τον κόλπο, κάτω από το στήθος ή στη μέση, ανάλογα με το ύψος που έδενε η ζώνη.

  Επίσης μπορούσε να φορεθεί ένα πχ Δωρικός χιτώνας πάνω από έναν Ιωνικό δημιουργώντας ένα δημοφιλές (μοδάτο) αποτέλεσμα για τις γυναίκες της εποχής.

Το αρχικό σχήμα του υφάσματος ήταν σωληνοειδές, συνήθως όμως χωρίς απόπτυγμα. Τα σημεία στο ύφασμα που ράβονταν, ήταν οι μακριές πλευρές καθώς και οι ώμοι. Έτσι ο χιτώνας σχημάτιζε μανίκια, τις χειρίδες, που ήταν κοντές και έφεραν κομβία. Ο χιτώνας με μανίκια ονομάζονταν χειριδωτός.

Διακρίνονται δύο είδη του αρχαίου χιτώνα: ο ένας, ο φαρδύς, ήταν ραμμένος στην επάνω παρυφή, αφήνοντας ανοίγματα για το κεφάλι και τους βραχίονες ή ήταν κλεισμένος με μία σειρά από μικρά κουμπιά Ο στενός χιτώνας απ' την άλλη ήταν εντελώς κλειστός στην επάνω πλευρά, με εξαίρεση το άνοιγμα για το κεφάλι, ενώ τα ανοίγματα για τους βραχίονες βρίσκονταν στο επάνω μέρος των πλαϊνών πλευρών.

Εάν τραβήξει κανείς στον φαρδύ χιτώνα το ύφασμα στο ύψος της μασχάλης προς τα επάνω, τότε δημιουργούνται ανάλογα με το φάρδος μεγάλα ή μικρά ανοίγματα που μοιάζουν με χειρίδες τα οποία στην επάνω πλευρά φέρουν ραφή ή σειρά κουμπιών. Στο στενό χιτώνα από την άλλη οι χειρίδες έπρεπε να ραφτούν ξεχωριστά.

 

endyma%20ii

 

  Ο πέπλος και ο χιτώνας φοριόταν συχνά με ζώνη στη μέση. Οι γυναίκες μάζευαν αρκετό ύφασμα του χιτώνα πίσω, το οποίο έπεφτε πάλι προς τα κάτω σχηματίζοντας τον κόλπο. Στον κοντό αντρικό χιτώνα ένα τμήμα του υφάσματος περνούσε κάτω από το καβάλο από πίσω προς τα μπρος και κατόπιν στερεώνονταν στη ζώνη ώστε να σχηματίζεται κάτι σαν σόρτς.

  Ο χιτώνας όταν δεν ζώνονταν ονομάζονταν ορθοστάδιος, ενώ εάν έφτανε ως τα πέλματα ονομάζονταν ποδήρης. Ο χιτώνας φοριόταν και από τους άντρες, ενώ αργότερα τον φορούσαν ηλικιωμένοι, ιερείς και στις γιορτές. Στην καθημερινή ζωή προτιμούσαν τον κοντό χιτώνα καθώς προσέφερε ελευθερία κινήσεων, ιδίως για τους οπλίτες και τους κυνηγούς. Ένα είδος χιτώνα ήταν ο ετερομάσχαλος ή εξωμίς με ακάλυπτο τον ένα ώμο, ρούχο που φοριόταν κυρίως από τους χειρωνάκτες.

  Το Ιμάτιο ήταν ένα ένδυμα που το φορούσαν την αρχαϊκή εποχή και ονομαζόταν λοξό ιμάτιο από το 700 π.χ. και επιπλέον είχε γίνει γνωστό επειδή το φορούσαν οι αρχαϊκές κόρες της Ακρόπολης. Ακόμα το ιμάτιο είναι ένα μακρύ ένδυμα που το πέρναγαν κάτω από την αριστερή μασχάλη, το τύλιγαν γύρω από το στήθος και την πλάτη και τέλος το κούμπωναν πάνω από το δεξιό βραχίονα. Μπορούσε να στερεωθεί συμμετρικά και έπεφτε ελεύθερο στην πλάτη με τις δύο άκρες του ιματίου να περνάνε πάνω από τους ώμους προς τα εμπρός ή να κρέμεται προς τα κάτω ή να το τυλίγουν γύρω από τους γοφούς ή μπορεί να καλύπτει τους γοφούς και η μία άκρη του να περνά πάνω από την πλάτη στον αριστερό ώμο και να πέφτει ελεύθερα προς τα μπροστά. Επίσης το ιμάτιο μπορούσαν να το φορέσουν άνδρες και γυναίκες.

  Το ιμάτιο ήταν ένδυμα στην αρχαία Ελλάδα. Το φορούσαν συνήθως επάνω από το χιτώνα. Ήταν από βαρύ ύφασμα, και είχε την ίδια χρήση με το σημερινό παλτό . Ήταν ελαφρότερο από την Ρωμαϊκή Τούγκα.  Όταν το φορούσαν χωρίς χιτώνα ονομάζονταν «αχιτών».  Συνέχισε να φοριέται και στο Βυζάντιο, και συχνά συναντάται σε εικόνες και αγιογραφίες.  Συμπεραίνουμε όμως ότι την εποχή εκείνη ήταν ρούχο των φτωχών και της κατώτερης τάξης.

 

Βρισηίδα και Φοίνικας

 

   Η χλαμύδα ήταν αποκλειστικά ανδρικό ρούχο. Συνήθως ήταν πιο κοντή από το ιμάτιο. Το ύφασμα διπλωνόταν μία φορά καθέτως και στερεωνόταν στο δεξιό ώμο με πόρπη ή περόνη, ώστε να καλύπτεται ο αριστερός βραχίονας από την κλειστή πλευρά του υφάσματος, με το δεξιό τελείως ακάλυπτο. Η χλαμύδα ήταν περισσότερο ένδυμα των εφήβων, των ταξιδιωτών και των στρατιωτών.

  Παρ' ότι η υφαντική ήταν μία βασική οικιακή δραστηριότητα, δεν έλειπαν και τα διάφορα εργαστήρια υφαντουργίας που παρήγαγαν πολυτελή υφάσματα, σε διάφορα χρώματα, αλλά και διακοσμημένα με περίτεχνα σχέδια. Ονομαστά ήταν για παράδειγμα τα διάφανα υφάσματα της Λακωνίας και του Τάραντα, τα πολυτελή της Κορίνθου, των Μεγάρων και της Μιλήτου.

  Σε ορισμένες αρχαίες πόλεις υπήρχαν απαγορεύσεις σχετικά με το είδος των ενδυμάτων που έπρεπε να φοριούνται. Για παράδειγμα στις Συρακούσες μόνο οι εταίρες μπορούσαν να φορούν πολύχρωμα ρούχα. Ο Σόλων στην Αθήνα επέτρεπε η νύφη να έχει μέχρι τρία ενδύματα στην προίκα της, ενώ αυστηροί ήταν επίσης και οι κανονισμοί διαφόρων ιερών σε σχέση με την ενδυμασία.

 

endyma%20iii

 

  Σε κάποιες περιπτώσεις η ελληνική ενδυμασία δεχόταν τις διάφορες επιδράσεις των βαρβαρικών ενδυμάτων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τον κάνδυ στις απεικονίσεις του 5ου αι. στην Αθήνα, το μακρύ επανωφόρι με τις μακρές χειρίδες.

  Στη Σπάρτη τα πολύχρωμα ρούχα ήταν χαρακτηριστικά των εταίρων, ενώ οι οπλίτες πολεμούσαν με πορφυρούς χιτώνες. Στη Βραυρώνα πάλι τα κορίτσια φορούσαν κροκωτούς χιτώνες, οι μέτοικοι στα Παναθήναια φορούσαν πορφυρά και οι Αθηναίοι λευκά. Οι ιερείς και οι ιέρειες φορούσαν συνήθως άζωστο χιτώνα και κάποτε από πάνω επενδύτη με πλούσια διακόσμηση, ρούχα λευκά, σπάνια πορφυρά. Οι     Ελλανοδίκες στην Ολυμπία επίσης φορούσαν πορφυρά και στα Νέμεα σκούρα. Στις κηδείες φορούσαν μαύρο αλλά και χρώματα σκούρα, ενώ αντίθετα στο Άργος φορούσαν λευκά. Γενικότερα στην καθημερινή ζωή τα ενδύματα ήταν απλούστερα, γεγονός που εξαρτιόταν βέβαια και από το επάγγελμα. Οι χειρωνάκτες, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι δούλοι φορούσαν την εξωμίδα, οι αγρότες από πάνω φορούσαν την κατωνάκη με χοντρό μαλλί με παρυφή από προβιά, οι αλιείς τον φορμό από πλεκτή ψάθα και οι βοσκοί τη διφθέρα.

  Το στροφίον, είδος εσωρούχου, και το επίβλημα (εσάρπα) μπορούσαν να φορεθούν και εξωτερικά.

  Ο απλούστερος τύπος καλύμματος κεφαλής για τον ήλιο και τη σκόνη, ήταν το να τραβά κανείς το ιμάτιό του επάνω από το κεφάλι του. Σε ταξίδια και περιπάτους φορούσαν συνήθως ένα τσόχινο, πλατύγυρο καπέλο, κατά κανόνα ημισφαιρικού σχήματος, το λεγόμενο πέτασο.

  Ο πέτασος ήταν είδος καπέλου στην αρχαία Ελλάδα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στη Θεσσαλία, και έγινε δημοφιλές αξεσουάρ ένδυσης σε όλη την Ελλάδα. Μαζί με τη χλαμύδα, αποτελούσε τη χαρακτηριστική ενδυμασία των εφήβων.

   Ένας  τρόπος για να καλύπτουν οι Αρχαίοι Αθηναίοι το κεφάλι τους από την σκόνη και τον ήλιο ήταν το ιμάτιο που φορούσαν και το τράβαγαν έτσι ώστε να καλύπτουν το πρόσωπό τους. Ακόμα όταν πήγαιναν ταξίδι είχαν εναλλακτικούς τρόπους για να προστατεύονται από τον ήλιο όπως το να φοράνε ένα τσόχινο, πλατύγυρο καπέλο που είχε ημισφαιρικό σχήμα και ονομαζόταν πέτασο. Επιπλέον ανάλογα με το επάγγελμα του καθενός υπήρχε και ξεχωριστό ένδυμα που έκανε την δουλειά πιο εύκολη για τον εργάτη. Για παράδειγμα οι τεχνίτες φορούσαν ένα κωνικό κάλυμμα χωρίς γείσο ενώ οι ναυτικοί, τα αγόρια και οι απλοί εργάτες φορούσαν την καυσία. Τέλος υπήρχε η θολία που ήταν επίπεδο στρογγυλό καπέλο με μικρό, κεντρικό, κωνικό σχήμα και η μίτρα που είναι ένα υφασμάτινο σκουφί που σκεπάζει τα μαλλιά ή αφήνει ελεύθερο ένα μέρος του κότσου.

 

endyma%20iv

 

   Ο πέτασος κατασκευάζονταν από δέρμα, πίλημα ή άχυρο και είχε φαρδύ στρογγυλό πλατύγυρο, ενίοτε με τέσσερις εγκοπές, από τις οποίες περνούσε λουράκι που δενόταν κάτω από το σαγόνι με παραγναθίδες. Ο γυναικείος πέτασος ήταν πιο ψηλός από τον ανδρικό.

  Ο πίλος ήταν ένα κωνικό κάλυμμα χωρίς γείσο τον οποίο φορούσαν συνήθως οι τεχνίτες στη δουλειά. Στη Μακεδονία ήταν συνήθης ο πλατύς, επίπεδος σκούφος, η καυσία που αποτελούσε μέρος της εθνικής ενδυμασίας. Η καυσία στην υπόλοιπη Ελλάδα ήταν κάλυμμα των ναυτικών, των αγοριών και των απλών εργατών.

  Ο πόλος, από ψάθα, ήταν ψηλό, κυλινδρικό κόσμημα κεφαλής μάλλον ανοιχτό από πάνω.

 

 

Πόλο σε γυναικείο κεφάλι. Χάλκινο, το δεύτερο μισό του 7ου αιώνα π.Χ.. από την Κρήτη

 

  Στην ελληνιστική περίοδο, συνηθισμένη ήταν η λεγόμενη θολία, επίπεδο στρογγυλό καπέλο με μικρό, κεντρικό, κωνικό σχήμα. Η μίτρα τέλος ήταν είδος υφασμάτινου σκούφου που απαντάται σε πολλές παραλλαγές και είτε σκέπαζε όλα τα μαλλιά, είτε άφηνε ελεύθερο ένα μέρος του κότσου.

  Οι γυναίκες φορούσαν πιο συχνά ένα διάδημα (διά + δένω) το στεφάνι.

 Έξω από την οικία τους φορούσαν σανδάλια από δέρμα, μπότες και άλλα υποδήματα, ενώ μέσα κυκλοφορούσαν περισσότερο ξυπόλυτοι αν και υπήρχε και υπόδημα που χρησίμευε όπως οι σημερινές παντόφλες.

  Στην τέχνη συναντάται πολύ συχνά ως καπέλο εφήβων, ιππέων και ως φτερωτό καπέλο του Ερμή. Οι αρχαίοι Έλληνες φορούσαν καπέλο μόνο στην εξοχή και σε οδοιπορία, ενώ στην πόλη φορούσαν καπέλο στο θέατρο και όταν είχε πολλή ζέστη και ήλιο.

 

Γ) Αρχαία Υποδήματα 

  Η αρχαία αγγειογραφία, καθώς και οι σχετικές πηγές μας παρέχουν ένα πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα υποδήματα των αρχαίων Ελλήνων. Η ποικιλία μάλιστα των αρχαίων υποδημάτων φανερώνει τις ποικίλες τεχνικές γνώσεις που προφανώς κατείχαν οι αρχαίοι υποδηματοποιοί για την κατασκευή όλων αυτών των παπουτσιών.

  Για το σύνολο των αρχαίων υποδημάτων κυρίαρχη πρώτη ύλη υπήρξε το δέρμα. Γνωρίζουμε σχετικά ότι συχνά το δέρμα ήταν εισαγόμενο προϊόν, όπως μάλιστα κατά περιπτώσεις και τα ίδια τα υποδήματα.

   Χοντρικά τα βασικά είδη υποδημάτων της αρχαιότητας ήταν: τα σανδάλια, αποτελούμενα από τη σόλα η οποία συγκρατούνταν με ιμάντες στο πόδι, τα καθαυτό υποδήματα που κάλυπταν το πόδι μέχρι τον αστράγαλο και οι μπότες που κάλυπταν το πόδι μαζί με την κνήμη. Ανάμεσα σ' αυτούς τους βασικούς τύπους υπήρχαν ενδιάμεσα σχέδια σε μεγάλη ποικιλία. 

 

ypodhmata%20i

 

  Αναλυτικότερα, τα υποδήματα των αρχαίων Ελλήνων ήταν τα εξής:

οι κνημίδες, υφασμάτινες, δερμάτινες ή μεταλλικές

τα «κλειστά» υποδήματα

μπότες, οι λεγόμενες ενδρομίδες ή εμβάδες

τα περιμήρια που κάλυπταν τους μηρούς των πολεμιστών

τα σανδάλια

οι κόθορνοι

οι κρηπίδες

  Γενικά οι τύποι των υποδημάτων αυτών όπως παρουσιάζονται στην αγγειογραφία, διαθέτουν μεγάλη ποικιλία ως προς τη διακόσμηση και τα μοτίβα που φέρουν. Από τον Αλκαίο και τη Σαπφώ αναφέρονται υποδήματα από τους Σκύθες και σανδάλια από τη Λυδία.

  Σε γενικές γραμμές οι αρχαίοι σπάνια φορούσαν κλειστά υποδήματα. Προτιμούσαν τα σανδάλια, καθώς σκοπός τους ήταν η προστασία από το έδαφος και η διατήρηση των ποδιών καθαρών. Τα σανδάλια ήταν επίσης ο συνηθέστερος τύπος υποδημάτων τα οποία φορούσαν οι γυναίκες οι οποίες περνούσαν και τις περισσότερες ώρες τους στο σπίτι. Τα ελληνικά σανδάλια διέφεραν από τα αρχαία αιγυπτιακά ως προς το ότι τα ελληνικά διέθεταν ένα πλήθος από λουρίδες με τις οποίες στερεώνονταν με ασφάλεια στο πόδι. Οι πλούσιοι ήταν αυτοί που φορούσαν δερμάτινα σανδάλια, ενώ οι φτωχοί φορούσαν αυτά με τους ξύλινους πάτους. Το επάνω μέρος των σανδαλιών ήταν συνήθως από δέρμα χρωματιστό, πιθανόν από αίγα. Οι σόλες ήταν από δέρμα βοοειδών και μάλιστα καλύτερης ποιότητας και αποτελούνταν από πολλές στρώσεις. Οι πηγές αναφέρουν ότι πλούσιοι πολίτες, όπως ο Αλκιβιάδης και ο Ιφικράτης δημιουργούσαν μόδα με τα σανδάλια τους, καθώς και ότι συχνά οι δούλοι κουβαλούσαν τα υποδήματα των κυρίων τους.

 

ypodhmata%20ii

 

  Η κρηπίς ήταν ένα υπόδημα κάτι ανάμεσα στο σανδάλι και το χαμηλό παπούτσι και αναφέρεται ότι φοριόταν από τους στρατιώτες. Διέθετε καρφιά και θεωρούνταν ένα σχετικά «άξεστο» υπόδημα. Ενδιάμεσος τύπος ανάμεσα σε σανδάλι και κλειστό υπόδημα, δεν κάλυπτε τελείως το πόδι και αποτελούνταν από ιμάντες που ανεβαίνουν ψηλά στη γάμπα. Τη φορούσαν κυρίως οι στρατιώτες, οι κυνηγοί και οι οδοιπόροι, συχνά πάνω από τις κάλτσες.

  Ο κόθορνος φοριόταν συχνά από γυναίκες και άνδρες. Ήταν ένα κλειστό υπόδημα χωρίς σόλα, που περνούσε πάνω από τον αστράγαλο, φτιαγμένο από τόσο μαλακό δέρμα που ταίριαζε και στα δύο πόδια. Ο κόθορνος ανήκε επίσης και στην ενδυμασία των τραγικών ηθοποιών. Θεωρούνταν μάλιστα ως το υπόδημα που ανακαλύφθηκε από τον Αισχύλο για την αύξηση του ύψους των θεών στις θεατρικές παραστάσεις, καθώς διέθετε υψηλή σόλα.

   Η ενδρομίς ή εμβάς ήταν μία μπότα που φοριόταν κυρίως στο κυνήγι ή από τους ιππείς, ανοιχτή στα πλάγια μέχρι κάτω και με ιμάντες για να κλείνει. Οι ιππείς φορούσαν συχνά μία μπότα το επάνω τμήμα της οποίας γύριζε προς τα έξω. Ήταν κατασκευασμένη συνήθως από δορά και προερχόταν πιθανόν από τη Θράκη.

Άλλα υποδήματα ήταν το blaution το οποίο φοριόταν στα δείπνα.

Το απλό παπούτσι, το κarabatine, αποτελούνταν από ακατέργαστο δέρμα τυλιγμένο γύρω από το πόδι, ένα υπόδημα κυρίως για τους φτωχούς και τους αγρότες.

  Η baucis ήταν ένα κομψό γυναικείο υπόδημα.

  Το κοινό υπόδημα ήταν μαύρο στο χρώμα και καθαρίζονταν από ένα σφουγγάρι. Τα χρωματιστά κόκκινα, κίτρινα ή λευκά υποδήματα φοριόταν από άντρες και γυναίκες παράλληλα. Σόλες από φελλό ή τσόχα φοριόταν μόνο από εταίρες. Στα δείπνα οι συμμετέχοντες έβγαζαν τα υποδήματά τους.

  Σε μία κύλικα του 6ου αιώνα απεικονίζεται υποδηματοποιός που χρησιμοποιεί μαχαίρι σε σχήμα μισοφέγγαρου. Στους τοίχους κρέμονται καλαπόδια καθώς και ένα ακόμη μαχαίρι. Σε έναν αμφορέα της ίδιας εποχής απεικονίζεται στο υποδηματοποιείο ο πελάτης να στέκεται όρθιος επάνω στον πάγκο εργασίας του τεχνίτη, πατώντας πάνω στο δέρμα στο οποίο αποτυπώνεται το περίγραμμα του ποδιού του για να κοπεί η σόλα στο νούμερό του.

  Ραβδιά για μέτρημα χρησιμοποιούνταν από τότε, όπως και σήμερα.

 

ypodhmata%20v

 

  Ως προς την αξία των υποδημάτων ο Λυσίας αναφέρει ότι οκτώ μνες το χρόνο ήταν υπερβολικό ποσό για ρούχα, παπούτσια, πλύσιμο και κούρεμα για δύο μικρά αγόρια και ένα κοριτσάκι. Ο Αριστοφάνης θεωρεί 8 δραχμές πολλά λεφτά για ένα ζευγάρι σανδάλια.

  Ο κλάδος της υποδηματοποιίας είναι ένας βιοτεχνικός κλάδος για τον οποίο έχουν έρθει στο φως ικανοποιητικά στοιχεία. Στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, κοντά στη Θόλο, εντοπίστηκε ένα μικρό σπίτι του 5ου αιώνα με εργαστήριο υποδηματοποιίας.

  Στο εσωτερικό της κατοικίας ήρθαν στο φως πλήθος από πολλά σιδερένια πλατυκέφαλα καρφιά, καθώς και πολλά οστέινα καψούλια για κορδόνια. Στο δρόμο μάλιστα έξω από το σπίτι βρέθηκε η βάση μίας μελαμβαφούς κύλικας με την επιγραφή "Σίμωνος", γεγονός που οδήγησε τους ανασκαφείς στο συμπέρασμα πώς ίσως επρόκειτο για το υποδηματοποιείο του Σίμωνα, τον οποίο γνωρίζουμε από τον Ξενοφώντα ότι συναντούσε ο Σωκράτης στο υποδηματοποιείο του κοντά στην πλατεία.

Ο Ξενοφώντας περιγράφει επίσης ένα μεγάλο υποδηματοποιείο γράφοντας "'Άλλος φτιάχνει υποδήματα ανδρών. Άλλος γυναικών. Και υπάρχουν τεχνίτες που κερδίζουν τα προς το ζην, άλλος ράβοντας υποδήματα με κλωστές από νεύρα ζώων, άλλος κόβοντας τα δέρματα, άλλος ράβοντας τα πάνω μέρη των υποδημάτων, ενώ άλλος δεν κάνει καμία από τις παραπάνω εργασίες, αλλά μόνο συνδέει τα μέρη μεταξύ τους".

 

ypodhmata%20iii

Το ανάγλυφο αυτό αφιερώθηκε από τον υποδηματοποιό Διονύσιο στον ήρωα Καλλιστέφανο στο α΄ μισό του 4ου αιώνα π.Χ.

 

Το ανάγλυφο απεικονίζει μία σκηνή μέσα από το υποδηματοποιείο. Στο δεξιό τμήμα του ανάγλυφου διακρίνονται δύο μορφές που εργάζονται πίσω από ένα πάγκο και δίπλα σ' αυτές είναι καθισμένος κατ' ενώπιον ένας νέος άνδρας που εργάζεται πάνω σ' ένα σανδάλι. Στο αριστερό άκρο της παράστασης ένας ηλικιωμένος φαλακρός, γενειοφόρος άνδρας σηκώνει το χέρι του προς το δοκάρι που διατρέχει το ανάγλυφο στην επάνω πλευρά στο οποίο απεικονίζονται πολλά σανδάλια κρεμασμένα σε καρφιά. Στα πόδια του ηλικιωμένου άνδρα κάθεται ένα μικρό αγόρι που κόβει λωρίδες από δέρμα.

Η παράσταση λοιπόν απεικονίζει τρεις γενιές ανθρώπων να εργάζονται σ' ένα μικρό εργαστήριο υποδηματοποιίας. Κάτω από το ανάγλυφο υπάρχει αναθηματική επιγραφή ο Διονύσιος ο υποδηματοποιός, γιος του [?]ωνος, και τα παιδιά του το αφιερώνουν στον ήρωα Καλλιστέφανον".